Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπαρασπείρω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπαρακύπτω
συμπαραλαμβάνω
συμπαραληπτέον
συμπαραληπτέος
συμπαραληπτικός
συμπαράληψις
συμπαραλύομαι
συμπαραμείγνυμι
συμπαραμειγνύω
συμπαραμένω
συμπαραμίγνυμι
συμπαραμιγνύω
συμπαραμίσγω
συμπαραναλίσκω
συμπαρανεύω
συμπαρανέω
συμπαρανήχομαι
συμπαρανομέω
συμπαραπέμπω
συμπαραπήγνυμι
συμπαραπίπτω
συμπαραπλέκω
συμπαραπλέω
συμπαραπληρωματικός
συμπαραπολαύω
συμπαραπόλλυμαι
συμπαραπόλλυμι
συμπαραπομπός
συμπαράπομπος
συμπαρασκευάζω
συμπαρασπείρω
συμπαρασπίζω
συμπαρασπονδέω
συμπαραστατέω
συμπαραστάτης
συμπαρασύρω
συμπαράταξις
συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάττομαι
συμπαρατείνω
συμπαρατηρέω
συμπαρατήρησις
συμπαρατίθημι
συμπαρατρέφω
συμπαρατρέχω
συμπαρατροχάζω
συμπαρατυγχάνω
συμπαραύξομαι
συμπαραφέρω
συμπαραφυλάσσω
συμπαραφύομαι
συμπαραχωρέω
συμπαρεδεύω
συμπαρεδρεύω
συμπάρεδρος
συμπάρειμι
συμπαρεισάγω
συμπαρεισέρχομαι
συμπαρεισφθείρομαι
συμπαρέκτασις
συμπαρεκτείνω
…
συμπαρασπείρω
Save
Bailly 2024
συμ·παρασπείρω,
répandre en outre ensemble,
Bas.
1, 120 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}