συμπαρατροχάζω Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπαρα-τροχάζω, = foreg., Plu. Sollert. 2.970b. συμ·παρατροχάζω, c. le. préc. Plut. M. 970b. συμπαρατροχάζω, = συμπαρατρέχω, Plut. Sol. an. 13.