συμπαραπληρωματικός
συμπαραπληρωματικός, expletive
συμπαρα-πληρωματικός, ή, όν,
- expletive, Sch. Ar. Ach. 1.
συμπαραπληρωματικός, ή, όν, = παραπληρωματικός, Schol. Ar. Ach. 1.
συμπαραπληρωματικός, expletive