συνέπειξις Save συνέπειξις, great haste LSJ Bailly 2024 συνέπειξις, εως, ἡ, great haste, Nicom. Harm. 1. συνέπειξις, εως (ἡ) hâte, Nicom. Harm. 7, 2. Étym. συνεπείγω.