συνεπαιτιάομαι
συνεπαιτιάομαι, to accuse also of
συνεπ-αιτιάομαι,
- accuse also of a thing, Μηδισμοῦ ξ. καὶ τὸν Θεμιστοκλέα Th. 1.135; Λακωνισμοῦ σ. τινάς Plu. Per. 10: abs., Id. Them. 23.
συν·επαιτιάομαι-ῶμαι, accuser ensemble ou en même temps de, gén. Thc. 1, 135 ; Plut. Per. 10 ; abs. Plut. Them. 23.
συνεπαιτιάομαι, mit od. zugleich beschuldigen, Thuc. 1.135 u. Sp.
συνεπαιτιάομαι
fut. -σομαι
- Dep. to accuse also of a thing, τινά τινος Thuc.