συναλλαγματικός
συναλλαγματικός, of or for contracts
συναλλ-αγμᾰτικός, ή, όν,
- of or for contracts, Sch. Th. 1.77.
συναλλαγματικός, ή, όν, den Verkehr od. den Handel betreffend, Sp.
συναλλαγματικός, of or for contracts