συναλλαγματογράφος
συναλλαγματογράφος, notary, recorder of contracts
συναλλ-αγμᾰτογράφος [γρᾰ], ὁ,
- notary, recorder of contracts, PTeb. 42.6 (ii B.C.), POxy. 237viii 36 (ii A.D.).