συνουσιασμός
συνουσι-ασμός, ὁ,
- = συνουσία I.4, LXX Si. 23.6, Plu. Lib.educ. 2.1d. Sor. 1.61.
συνουσιασμός, οῦ (ὁ) commerce intime, union, Plut. M. 1e ; Spt. Sir. 23, 5.
Étym. συνουσιάζω.
συνουσιασμός, ὁ, = συνουσία, bes. Beischlaf, Plut. ed.lib. 3.