συντελέστρια Save LSJ Bailly 2024 Pape συντελέσ-τρια, ἡ, fem. of συντελεστής, PMasp. 325iv A 12 (vi A.D.), Priscian. Inst. 5.7.40. συντελέστρια, ας (ἡ) fém. de συντελεστής, Prisc. Gr. lat. 5, 7, 40. συντελέστρια, fem. zu συντελεστής, Sp.