συντεχνίτης Save LSJ Bailly 2024 Pape συντεχν-ίτης [ῑ], ου, ὁ, = sq., Gloss., v.l. in Act.Ap. 19.25. συντεχνίτης, ου (ὁ) [ῑ] artisan ou artiste collègue d’un autre, NT. Ap. 19, 25 var. Étym. σύντεχνος. συντεχνίτης, [ῑ], ὁ, = σύντεχνος (?).