Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συντέρπω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συντεκνόω
συντεκταίνομαι
συντελέθω
συντέλεια
συντελειόω
συντελείωσις
συντελεόω
συντελεσιουργία
συντέλεσις
συντέλεσμα
συντελεστέω
συντελεστής
συντελεστικός
συντελεστικῶς
συντελέστρια
συντελευτάω
συντελέω
συντελής
συντελικός
συντελικῶς
συντελίσκω
συντέλλω
συντέλομαι
συντεμαχίζω
συντέμνω
συντερατεύομαι
συντερετίζω
συντερμονέω
συντέρμων
συντέρπομαι
συντέρπω
συντεταγμένως
συντεταμένως
συντετελεσμένως
συντετηρημένως
συντετμημένως
συντετραίνω
συντέτριμμαι
σύντευξις
συντεχνάζω
συντεχνάομαι
συντεχνία
συντεχνιτεύω
συντεχνίτης
σύντεχνος
σύντηγμα
συντηκτικός
συντηκτός
συντήκω
σύντηξις
συντηρέω
συντήρησις
συντηρητέον
συντηρητικός
συντίθημι
συντίκτω
συντίλλω
συντιμάω
συντίμησις
σύντιμος
συντιμωρέω
…
συντέρπω
Save
Pape
συντέρπω
, (τέρπω),
mit, zugleich ergötzen, Schol. Ar. Lys
. 227.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}