συνοιστός
συνοιστός, accordant
συνοιστός, ή, όν, (συμφέρω)
- accordant, A.D. Adv. 123.2, 131.25.
συνοιστός, ή, όν, qui s’accorde avec, Dysc. Adv. p. 533, 2 ; p. 541, 27.
Étym. συνοίσω.
συνοιστός, accordant