συστιχάομαι
συστιχάομαι, accompany
συστῐχάομαι,
- accompany, Ep. impf. -εστιχόωντο Nonn. D. 34.255.
συ·στιχάομαι-ῶμαι (3 pl. impf. épq. συνεστιχόωντο) [ῐ] c. le suiv. Nonn. D. 34, 255.