συστοναχέω Save LSJ Bailly 2024 Pape συστονᾰχέω, = συστενάζω, Q.S. 1.296. συ·στοναχέω-ῶ [ᾰ] c. συστενάζω, Q. Sm. 1, 296. συστοναχέω, = συστενάζω, Qu.Sm. 1.296.