συστρατιῶτις Save Bailly 2024 Pape συστρατιῶτις, ιδος (ἡ) [ᾰῐδ] fém. du préc. Jos. B.J. 6, 9, 1 ; Thém. 197c. συστρατιῶτις, ιδος, ἡ, fem. zu συστρατιώτης, Sp.