συστομόομαι
συστομόομαι, to be joined by a mouth
συστομ-όομαι, Pass.,
- to be joined by a mouth, στόματι μεγάλῳ [τῇ Μαιώτιδι λίμνῃ] Str. 7.4.1.
συστομόομαι, to be joined by a mouth