σχηματόδεσμος
σχηματόδεσμος, bandage
σχημᾰτό-δεσμος, ὁ,
- a kind of bandage, Orib. 45.18.5.
σχηματό·δεσμος, ου (ὁ) [ᾰ] sorte de ligature, Orib. p. 50 Mai.
Étym. σχῆμα, δεσμός.
σχηματόδεσμος, bandage