Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχεράς
σχεράς, shingle
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σχεδογραφία
σχεδογραφικός
σχεδόθεν
σχεδόν
σχέδος
σχεδουργός
σχεδρός
σχέδυνος
σχεθέειν
σχεθεῖν
σχεθείς
σχεθέμεν
σχέθον
σχεθρός
σχέθω
σχεῖν
σχεῖται
σχέλινος
σχελίς
σχελυνάζει
σχελυνάζω
σχέμα
σχέμεν
σχένδυλα
σχενδυλάω
σχενδύλη
σχενδύλιον
σχενδυλόληπτοι
σχενδυλόληπτος
σχέο
σχεράς
σχέραφος
Σχερία
Σχερίη
σχερός
σχές
σχέσθαι
σχέσις
σχεταῖος
σχέτε
σχετέος
σχετήριον
σχετικός
σχετλιάζω
σχετλιασμός
σχετλιαστικός
σχετλιοποιός
σχέτλιος
σχετλίως
σχέτο
σχῆμα
σχηματιαῖος
σχηματίζω
σχηματικός
σχημάτιον
σχημάτισις
σχηματισμός
σχηματιστέον
σχηματογραφέω
σχηματογραφία
σχηματόδεσμος
…
σχεράς
Save
σχεράς, shingle
LSJ
σχεράς, άδος, ἡ,
shingle,
v.l.
in
Il.
21.319: cf.
πολυσχεράς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}