σχινδάλαμος Save LSJ Bailly 2024 Pape σχινδάλᾰμος, σχινδ-αλμός, ὁ, Att. for σκινδάλαμος (q.v.). σχινδάλαμος, ου (ὁ) [ᾰᾰ] att. c. σκινδάλαμος, Ar. Nub. 130. σχινδάλαμος, ὁ, att. statt σκινδάλαμος, = σχινδαλμός, Ar. Nub. 131, Ran. 878.