Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχέραφος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σχεδογραφικός
σχεδόθεν
σχεδόν
σχέδος
σχεδουργός
σχεδρός
σχέδυνος
σχεθέειν
σχεθεῖν
σχεθείς
σχεθέμεν
σχέθον
σχεθρός
σχέθω
σχεῖν
σχεῖται
σχέλινος
σχελίς
σχελυνάζει
σχελυνάζω
σχέμα
σχέμεν
σχένδυλα
σχενδυλάω
σχενδύλη
σχενδύλιον
σχενδυλόληπτοι
σχενδυλόληπτος
σχέο
σχεράς
σχέραφος
Σχερία
Σχερίη
σχερός
σχές
σχέσθαι
σχέσις
σχεταῖος
σχέτε
σχετέος
σχετήριον
σχετικός
σχετλιάζω
σχετλιασμός
σχετλιαστικός
σχετλιοποιός
σχέτλιος
σχετλίως
σχέτο
σχῆμα
σχηματιαῖος
σχηματίζω
σχηματικός
σχημάτιον
σχημάτισις
σχηματισμός
σχηματιστέον
σχηματογραφέω
σχηματογραφία
σχηματόδεσμος
σχηματοθήκη
…
σχέραφος
Save
LSJ
Pape
σχέρᾰφος, v. σκέραφος.
σχέραφος
, = σκέραφος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}