Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχοινουργία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Σχοινίων
σχοινοβατέω
σχοινοβάτης
σχοινοβατία
σχοινοβατικός
σχοινοβολίνδα
σχοινόδεσμος
σχοινόδετος
σχοινοδρομία
σχοινοδρόμος
σχοινοειδής
σχοινόεις
σχοινοίη
σχοινολογέω
σχοινομέτρης
σχοινομέτρησις
σχοινόπλεκτος
σχοινοπλοκικός
σχοινοπλόκος
σχοινοπώλης
σχοινορραφέω
σχοῖνος
Σχοῖνος
σχοινοστρόφος
σχοινοσυμβολεύς
σχοινοτένεια
σχοινοτενής
σχοινοτενῶς
σχοινοτονία
σχοινότονος
σχοινουργία
σχοινουργός
σχοινοῦς
Σχοινοῦς
σχοινοφιλίνδα
σχοινοφολίνδα
σχοινοφόρος
σχοινοχάλινος
σχοινώδης
σχοινωτός
σχολά
σχολάζω
σχολαῖος
σχολαιότης
σχολαίως
σχολάριος
σχολαρχέω
σχολάρχης
σχολαρχικός
σχόλασις
σχολαστήριον
σχολαστής
σχολαστικός
σχολεαῖον
σχολεῖον
σχολερός
σχολή
σχολιάζω
σχολιαστής
σχολικός
σχολικῶς
…
σχοινουργία
Save
LSJ
σχοινουργ-ία, ἡ,
= σχοινισμός I,
PRyl.
171.18 (i A.D.),
PFlor.
20.17 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}