σχολαιότης
σχολαιότης, leisureliness, laziness
σχολ-αιότης, ητος, ἡ,
- leisureliness, laziness, Th. 2.18, Chor. 15.7 F.-R.
σχολαιότης, ητος (ἡ) lenteur, Thc. 2, 18.
Étym. σχολαῖος.
σχολαιότης, ἡ, Langsamkeit, Trägheit, Thuc. 2.18.
σχολαιότης, ητος, ἡ,
- leisureliness, laziness, Thuc.