σχοινώδης
σχοινώδης, full of rushes
σχοινώδης, ες,
- full of rushes, ὄχθαι Nic. Al. 152.
- 2 stringy, ῥάβδοι, φύλλα, Dsc. 3.109,4.46, cf. 148,175.
σχοινώδης, ης, ες, plein de joncs, Nic. Al. 153 ; Diosc. 4, 150.
Étym. σχοῖνος, -ωδης.
σχοινώδης, ες, = σχοινοειδής, ὄχθη, Nic. Al. 152.