σχοινοπλοκικός
σχοινοπλοκικός, of or for rope-making
σχοινο-πλοκικός, ή, όν,
- of or for rope-making, σπάρτον Str. 3.4.9.
σχοινοπλοκικός, ή, όν, relatif ou qui convient aux ouvrages en jonc, Str. 160.
Étym. σχοινοπλόκος.
σχοινοπλοκικός, ή, όν, zum Flechten von Binsen, von Stricken gehörend, Strab. u. Eust.