σωτήρ
σωτήρ, σωτήρ, σωτῆρος, ὁ (voc. σῶτερ), savior
- saviour, deliverer, c. gen. of person etc. saved, σ. ἀνθρώπων, νηῶν, h.Hom. 22.5, 33.6; τῆς Ἑλλάδος Hdt. 7.139; ἑστίας πατρός A. Ch. 264; but also c. gen. rei, [νόσου], κακῶν, βλάβης, a preserver from disease, ills, hurt, S. OT 304, E. Med. 360 (anap.), Heracl. 640; c. dat., σ. τῇ πόλει καὶ νῷν φανείς Ar. Eq. 149; σ. δόμοις. Id. Nu. 1161; of a philosopher or guide, ὁδηγόν . . ὅν φησι σωτῆρα μόνον Phld. Lib. p.20 O.; esp. of Epicurus, ὁ σ. ὁ ἡμέτερος Polystr. Herc. 346 p. 80 V. (fr. 3 col. 4b)
- 2 epith. of Ζεύς, Pi. O. 5.17, Fr. 30.5, IG 2(2).410.18 (iv B.C.), etc.; to whom persons after a safe voyage offered sacrifice, Diph. 43.24; there was often a temple of Ζεὺς Σ. at harbours, e.g. the Piraeus, Str. 9.1.15; to Ζεὺς Σωτήρ the third cup of wine was dedicated, τρίτον Σωτῆρι σπένδειν Pi. I. 6(5).8; τρίτην Διὸς Σωτῆρος εὐκταίαν λίβα A. Fr. 55; Ζεῦ σῶτερ Ar. Th. 1009, Din. 1.36; ὦ Ζεῦ σῶτερ Philem. 79.21, Men. 532.2; to drink this cup became a symbol of good luck, and the third time came to mean the lucky time, τρίτος ἦλθέ ποθεν--σωτῆρʼ ἢ μόρον εἴπω; A. Ch. 1073 (anap.); whence the proverb τὸ τρίτον τῷ σωτῆρι the third (i.e. the lucky) time, Pl. R. 583b, Phlb. 66d, Chrm. 167a; and Zeus was himself called τρίτος σ., Παλλάδος καὶ Λοξίου ἕκατι καὶ τοῦ πάντα κραίν οντος τρίτου σωτῆρος A. Eu. 760, cf. Supp. 26 (anap.).
- b epith. of other gods, as of Apollo, Id. Ag. 512, etc.; of Hermes, Id. Ch. 2; of Asclepios, IG 4.718 (Hermione), 7.2808 (Hyettus, iii A.D.), BMus. Cat.Coins Pontus p.156 (Nicaea); σ. εὐρυχόρου Λακεδαίμονος Isyll. 82; τὸν σ. τῶν ὅλων Ἀσκληπιόν Jul. Or. 4.153b; Ζεὺς Ἀσκληπιὸς σ. τῶν ὅλων Aristid. Or. 42(6).4; of the Dioscuri, IG 12(3).422 (Thera, iii B.C.), 14.2406.108 (Tarentum), etc.; even with fem. deities, Τύχη σωτήρ, for σώτειρα, A. Ag. 664, S. OT 81: generally, of guardian or tutelary gods, Hdt. 8.138, A. Supp. 982, S. Ph. 738; τοῖς ἀποτροπαίοις καὶ σωτῆρσι X. HG 3.3.4.
- 3 applied to rulers, διὰ σέ, βασιλεῦ (viz. Ptolemy IV Philopator), τὸν πάντων κοινὸν σ. PEnteux. 11.6 (iii B.C.); Πτολεμαῖος Σ. OGI 19.1, al.; Ἀντίοχος Σ. ib. 233.3, al.; of Roman Emperors or governors, ib. 668.3 (Egypt, i A.D.), PLond. 1.177.24 (i A.D.), etc.
- 4 in LXX and NT, applied to God, LXX De. 32.15, al., 1 Ep.Ti. 1.1, al.; to Christ, Ev.Luc. 2.11, al.
- II in Poets, as Adj., σ. ναὸς πρότονος A. Ag. 897, cf. Pi. Fr. 159; with a fem. noun, γονῆς σωτῆρος (as Herm. for γυνή) A. Th. 225; τιμαὶ σωτῆρες the office or prerogative of saving, of the Dioscuri, E. El. 993 (anap.).
- III name of a month created by Caligula, BGU 1078 (38 A.D.), PRyl. 2.149 (39/40 A.D.), etc.
- 1saviour
- a of Zeus Σωτὴρ ὑψινεφὲς Ζεῦ, Κρόνιόν τε ναίων λόφον (cf. Kambylis, Anredeformen 142) O. 5.17 εἴη δὲ τρίτον σωτῆρι πορσαίνοντας Ὀλυμπίῳ Αἴγιναν κάτα σπένδειν μελιφθόγγοις ἀοιδαῖς (v. τρίτος) I. 6.8 σωτῆρος Διὸς fr. 30. 5.
- b of Time, c. gen. ἀνδρῶν δικαίων Χρόνος σωτὴρ ἄριστος fr. 159.
Strong 4990
saviour, deliverer, preserver, a freq. epithet of kings in the Ptolemaic and Rom. periods (Deiss., BS, 83; LAE, 368 f.; MM, xxiv), in NT,
(a) of God (as LXX: Ps 23 (24):5, Is 12:2, al.): Lk 1:47, I Ti 1:1 2:3 4:10, Tit 1:3 2:10 3:4, Ju 25;
(b) of Christ: Lk 2:11, Ac 5:31 13:23, Phl 3:20; τ. κόσμου, Jo 4:42, I Jo 4:14 (for the general use of the word, v. Westc., in l.); ἡμῶν, II Ti 1:10, Tit 1:4 3:6; θεὸς (κύριος) καὶ σ. (v. Deiss., LAE, 348
4; M, Pr., 84), Tit 2:13, II Pe 1:1, 11 2:20 3:2, 18; σ. τοῦ σώματος (i.e. of the Church; v.s. σῶμα, 5), Eph 5:23.†
te saludo, salvador, te saludo, Abrasax
Dios todopoderoso, Padre de Nuestro Señor y Salvador Jesucristo
- Ia saviour, deliverer, preserver, c. gen. subjecti, τῆς Ἑλλάδος saviour of Greece, Hdt.; also c. gen. objecti, σ. νόσου, κακῶν a preserver from disease, ills, Soph., Eur.
- 2epith. of protecting gods, esp. of Ζεὺς Σωτήρ, Pind., Trag.: to him the third cup of wine was dedicated, τρίτον Σωτῆρι σπένδειν Pind., etc.; proverb., τὸ τρίτον τῷ σωτῆρι the third (i. e. the lucky) time, Plat.; of other gods, as of Apollo, Hermes, Aesch.; even with fem. deities, Τύχη σωτήρ, for σώτειρα, Aesch.
- 3in NTest. the Saviour.
- IIin Poets, as an adj., saving, Aesch.; with fem. Subst., σωτῆρες τιμαί the office or prerogative of saving, of the Dioscuri, Eur.
-
…στράτευμʼ ἁπτόμενον πυρὶ δαΐῳ. μή μοι θεοὺς καλοῦσα βουλεύου κακῶς · πειθαρχία γάρ ἐστι τῆς εὐπραξίας μήτηρ, γυνὴ σωτῆρος · ὧδʼ ἔχει λόγος. ἔστι · θεοῦ δʼ ἔτʼ ἰσχὺς καθυπερτέρα · πολλάκι δʼ ἐν κακοῖσι τὸν ἀμάχανον κἀκ…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…, Ἀργεῖος ἁνὴρ αὖθις ἔν τε χρήμασιν οἰκεῖ πατρῴοις, Παλλάδος καὶ Λοξίου ἕκατι, καὶ τοῦ πάντα κραίνοντος τρίτου σωτῆρος, ὃς πατρῷον αἰδεσθεὶς μόρον σῴζει με, μητρὸς τάσδε συνδίκους ὁρῶν. ἐγὼ δὲ χώρᾳ τῇδε καὶ τῷ σῷ…
Aeschylus, Eumenides
-
…· παρακελεύονται δʼ οἱ μὲν βλέπειν εἰς τὰ ἑαυτῶν πρόσωπα ὡς φύλακες τῆς δημοκρατίας, ἕτεροι δʼ αἰτοῦσι δωρεὰς ὡς σωτῆρες τῆς πόλεως ὄντες. ὁ δὲ δῆμος ἐκ τῆς ἀθυμίας τῶν συμβεβηκότων ὥσπερ παραγεγηρακὼς ἢ παρανοίας ἑαλωκώς, αὐτὸ μόνον…
Aeschines, Speeches
-
…νιν δίς · κἀν δυοῖν οἰμωγμάτοιν μεθῆκεν αὑτοῦ κῶλα · καὶ πεπτωκότι τρίτην ἐπενδίδωμι, τοῦ κατὰ χθονὸς Διὸς νεκρῶν σωτῆρος εὐκταίαν χάριν. οὕτω τὸν αὑτοῦ θυμὸν ὁρμαίνει πεσών · κἀκφυσιῶν ὀξεῖαν αἵματος σφαγὴν βάλλει μʼ ἐρεμνῇ ψακάδι φοινίας δρόσου…
Aeschylus, Agamemnon
-
…ὁρῶσα πλείω τοῦ ξυνεύδοντος χρόνου. νῦν ταῦτα πάντα τλᾶσʼ ἀπενθήτῳ φρενὶ λέγοιμʼ ἂν ἄνδρα τόνδε τῶν σταθμῶν κύνα, σωτῆρα ναὸς πρότονον, ὑψηλῆς στέγης στῦλον ποδήρη, μονογενὲς τέκνον πατρί, καὶ γῆν φανεῖσαν ναυτίλοις παρʼ ἐλπίδα, κάλλιστον…
Aeschylus, Agamemnon
-
…, ὦ γῆ, καὶ λευκὸν ὕδωρ, ὕπατοί τε θεοί, καὶ βαρύτιμοι χθόνιοι θήκας κατέχοντες, καὶ Ζεὺς σωτὴρ τρίτος, οἰκοφύλαξ ὁσίων ἀνδρῶν, δέξασθʼ ἱκέτην τὸν θηλυγενῆ στόλον αἰδοίῳ πνεύματι χώρας · ἀρσενοπληθῆ δʼ ἑσμὸν ὑβριστὴν Αἰγυπτογενῆ…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…. ὦ μεγάλε Ζεῦ καὶ πολιοῦχοι δαίμονες, οἳ δὴ Κάδμου πύργους τούσδε ῥύεσθε, πότερον χαίρω κἀπολολύξω πόλεως ἀσινεῖ σωτῆρι. ., ἢ τοὺς μογεροὺς καὶ δυσδαίμονας ἀτέκνους κλαύσω πολεμάρχους ; οἳ δῆτʼ ὀρθῶς κατʼ ἐπωνυμίαν καὶ πολυνεικεῖς ὤλοντʼ…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…πιστὸν ἐν πατρὸς φόνῳ ; ὅδʼ ἐστί · μή μʼ ἔλεγχε πλείοσιν λόγοις. ὦ φίλτατον φῶς, ὦ μόνος σωτὴρ δόμων Ἀγαμέμνονος, πῶς ἦλθες ; ἦ σὺ κεῖνος εἶ, ὃς τόνδε κἄμʼ ἔσωσας ἐκ πολλῶν πόνων ; ὦ…
Sophocles, Electra
-
…τόπους ; ἐνταῦθʼ ὀρείοις ποιμνίοις ἐπεστάτουν. ποιμὴν γὰρ ἦσθα κἀπὶ θητείᾳ πλάνης ; σοῦ τʼ, ὦ τέκνον, σωτήρ γε τῷ τότʼ ἐν χρόνῳ. τί δʼ ἄλγος ἴσχοντʼ ἀγκάλαις με λαμβάνεις ; ποδῶν ἂν ἄρθρα μαρτυρήσειεν τὰ σά…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…. κόμιζʼ, ἀπὸ σμικροῦ δʼ ἂν ἄρειας μέγαν δόμον, δοκοῦντα κάρτα νῦν πεπτωκέναι. ὦ παῖδες, ὦ σωτῆρες ἑστίας πατρός, σιγᾶθʼ, ὅπως μὴ πεύσεταί τις, ὦ τέκνα, γλώσσης χάριν δὲ πάντʼ ἀπαγγείλῃ τάδε πρὸς…
Aeschylus, Libation Bearers