ταλαιπώρησις Save LSJ Bailly 2024 τᾰλαιπώρ-ησις, εως, ἡ, = ταλαιπωρία, Arr. An. 6.26.1. ταλαιπώρησις, εως (ἡ) [τᾰ] c. les suiv. Arr. An. 6, 26, 1. Étym. ταλαιπωρέω.