About Report a problem

Menu

ταλαιπωρισμός

ταλαιπωρισμός, hard conditions

τᾰλαιπωρ-ισμός, ὁ,
  • = ταλαιπωρία, hard conditions, τοῦ βίου (sc. τῶν ζῴων) Phld. D. 1.15.

Saved

Recent