Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταλαίμοχθος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταΐτης
ταἴτιον
τἀκ
τἀκάτειον
τάκεαι
τἀκεῖ
τἀκείνων
τακείς
τακερός
τακερόχρως
τακερόω
τακερῶς
τακέρωσις
τακῆναι
τακηρός
τάκιστα
Τακίτα
τακτέον
τάκτης
τακτικός
τακτόμισθος
τακτός
τάκω
τάκων
τάκωνες
τάλα
Ταλάβριγα
Ταλαβρόκη
ταλαεργός
Ταλαιμένης
ταλαίμοχθος
τάλαινα
Ταλαιονίδας
Ταλαϊονίδης
ταλαιπαθής
ταλαιπωρέω
ταλαιπώρημα
ταλαιπώρησις
ταλαιπωρία
ταλαιπωρίζω
ταλαιπωρίη
ταλαιπωρικός
ταλαιπωρισμός
ταλαίπωρος
ταλαιπώρως
ταλαίφρων
ταλακάρδιος
τάλαν
ταλανία
ταλανίζω
ταλανισμός
ταλανταῖος
ταλάντατος
ταλαντάω
ταλαντεία
ταλάντερος
ταλαντεύω
ταλαντιαῖος
ταλαντιεῖος
ταλαντίζω
ταλάντιον
…
ταλαίμοχθος
Save
LSJ
τᾰλαίμοχθος, ον,
= ταλαίπωρος,
Eust.
1735.48.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}