Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταλανισμός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τακτόμισθος
τακτός
τάκω
τάκων
τάκωνες
τάλα
Ταλάβριγα
Ταλαβρόκη
ταλαεργός
Ταλαιμένης
ταλαίμοχθος
τάλαινα
Ταλαιονίδας
Ταλαϊονίδης
ταλαιπαθής
ταλαιπωρέω
ταλαιπώρημα
ταλαιπώρησις
ταλαιπωρία
ταλαιπωρίζω
ταλαιπωρίη
ταλαιπωρικός
ταλαιπωρισμός
ταλαίπωρος
ταλαιπώρως
ταλαίφρων
ταλακάρδιος
τάλαν
ταλανία
ταλανίζω
ταλανισμός
ταλανταῖος
ταλάντατος
ταλαντάω
ταλαντεία
ταλάντερος
ταλαντεύω
ταλαντιαῖος
ταλαντιεῖος
ταλαντίζω
ταλάντιον
ταλαντισμός
τάλαντον
ταλαντόομαι
ταλαντοῦχος
ταλαντόω
ταλάντωσις
ταλαός
Ταλαός
ταλαπαθής
ταλαπείριος
ταλαπενθής
ταλάπης
Τάλαρες
ταλάριον
ταλαρίς
ταλαρίσκος
τάλαρος
τάλας
ταλάσειος
ταλασήϊος
…
ταλανισμός
Save
Bailly 2024
ταλανισμός,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾰᾰ
] lamentation,
Chrys.
Hom.
18
.
Étym.
ταλανίζω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}