ταριχευτήρ Save LSJ Bailly 2024 τᾰρῑχ-ευτήρ, ῆρος, ὁ, = sq. 1, Man. 4.267. ταριχευτήρ, ῆρος (ὁ) [ᾰῑ] c. le suiv. Man. 4, 267.