ταρβοσύνη
ταρβοσύνη, fright, alarm, terror
ταρβ-οσύνη, ἡ,
- = τάρβος, Od. 18.342, BMus.Inscr. 1004 (Troas).
ταρβοσύνη, ης (ἡ) c. le préc. Od. 18, 342.
ταρβοσύνη, ἡ, poet. statt τάρβος, Schrecken, Od. 18.342.
ταρβοσύνη
-ης, ἡ
[τάρβος.]
=τάρβος. Od. 18.342.
ταρβοσύνη = τάρβος, Od. 18.342†.
ταρβοσύνη, ἡ,
Epic for τάρβος, Od.