Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταρβύζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταραντῖνον
Ταραντῖνος
ταραξίας
ταραξικάρδιος
ταραξίπολις
ταράξιππος
ταραξιππόστρατος
τάραξις
Ταραξίων
Τάρας
ταράσσω
ταράττω
ταραχά
ταραχή
ταραχοποιός
τάραχος
ταραχώδης
ταραχωδῶς
ταρβαλέος
ταρβάλυξ
ταρβαρέον
ταρβέω
τάρβη
ταρβήεις
Τάρβηλος
Τάρβηρος
ταρβής
τάρβος
ταρβοσύνη
ταρβόσυνος
ταρβύζω
τἆργα
ταργαίνω
ταργάνη
τάργανον
ταργανόομαι
ταργανόω
Ταργήλια
Ταργηλιών
Ταργίταος
Ταργυηνός
τἀργύριον
Ταρεντῖνος
τάρες
ταρίφη
Ταριχᾶνες
ταριχᾶς
Ταριχέαι
ταριχεία
ταριχεῖον
ταριχέμπορος
ταρίχευσις
ταριχευτήρ
ταριχευτής
ταριχευτικός
ταριχευτός
ταριχεύω
ταριχηγός
Ταριχήϊαι
ταριχηΐη
ταριχήϊον
…
ταρβύζω
Save
Pape
ταρβύζω
, = ταρβέω, Hesych., der auch ταρμύζομαι in derselben Bdtg hat.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}