Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταχυκάρδιος
ταχυκάρδιος, hasty in spirit
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταχυβλαστής
ταχυβλαστία
ταχύβλαστος
ταχύβουλος
ταχύγαμος
ταχύγηρος
ταχύγλωσσος
ταχυγονία
ταχύγονος
ταχυγόνος
ταχύγουνος
ταχυγραφέω
ταχυγράφος
ταχυδαής
ταχύδακρυς
ταχυδινής
ταχύδιφρος
ταχυδρομέω
ταχυδρομία
ταχυδρόμος
ταχυειλής
ταχυεργής
ταχυεργία
ταχυεργός
ταχύεργος
ταχυήρης
ταχυθανασία
ταχυθάνατος
ταχύιππος
ταχύϊππος
ταχυκάρδιος
ταχυκατάφορος
ταχυκίνησις
ταχυκίνητος
ταχυκρίσιμος
ταχυμαθής
ταχυμάχης
ταχυμετάβολος
ταχύμηνις
ταχυμήτης
ταχύμητις
ταχυμήτωρ
ταχύμορος
ταχύμυθος
ταχυναυτέω
ταχύνοια
ταχύνοος
ταχύνους
ταχύνω
ταχυπαθής
ταχυπειθής
ταχυπέτης
ταχυπλοέω
ταχυπλοΐα
ταχύπλοος
ταχύπλους
ταχυπνοέω
ταχύπνοια
ταχύπομπος
ταχύποπτος
ταχύπορος
…
ταχυκάρδιος
Save
ταχυκάρδιος, hasty in spirit
LSJ
τᾰχῠ-κάρδιος, ον,
hasty in spirit,
Thd.
Is.
35.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}