ταχυδρομέω
ταχυδρομέω, run fast
τᾰχῠ-δρομέω,
- run fast, Sch. E. Med. 1; of Venus, Cat.Cod.Astr. 1.133.
ταχυδρομέω-ῶ [ᾰ] courir vite, Naz.
Étym. ταχυδρόμος.
ταχυδρομέω, schnell laufend, Sp.