ταχυπλοέω
ταχυπλοέω, sail fast
τᾰχῠ-πλοέω,
- sail fast, Plb. 3.95.6.
ταχυ·πλοέω-οῶ [ᾰ] naviguer rapidement, Pol. 3, 95, 6.
Étym. ταχύς, πλόος.
ταχυπλοέω, schnell schiffen, Pol. 3.95.6.
ταχυπλοέω, sail fast