ταχυεργής
ταχυεργής, working quickly
τᾰχῠ-εργής, ές,
- = ταχυεργός, App. BC 3.19.
ταχυ·εργής, ής, ές [ᾰ] c. ταχυεργός, App. Civ. 3, 19.
ταχυεργής, ές, = ταχύεργος, App. B.C. 3.19.
ταχυεργής, working quickly