ταχυκίνησις
ταχυκίνησις, quick movement
τᾰχῠ-κίνησις [κῑ], εως, ἡ,
- quick movement, Sch. Ptol. Tetr. 17.
ταχυ·κίνησις, εως (ἡ) [ᾰῠκῑ] mouvement rapide, Syn. Febr. p. 28.
Étym. τ. κινέω.