ταχυμετάβολος
ταχυμετάβολος, quickly changing
τᾰχῠ-μετάβολος, ον,
- quickly changing, Ptol. Tetr. 162, Geog. 1.17.5.
ταχυ·μετάβολος, ος, ον [ᾰῠᾰ] qui change ou peut changer promptement, Ptol. 1, 17, 7.
Étym. τ. μεταβολή.