ταχύπους
ταχύπους, swift-footed
τᾰχῠ-πους, ποδος, ὁ, ἡ, πουν, τό,
- swift-footed, E. Ba. 782, Ar. Eq. 1068; ἴχνος E. Tr. 232 (anap.); κῶλον Id. Ba. 168 (lyr.).
ταχύ·πους, -πους, -πουν, gén. -ποδος (ὁ, ἡ) [ᾰῠ] aux pieds agiles, Eur. Bacch. 782, etc. ; Ar. Eq. 1068.
Étym. τ. πούς.
ταχύπους, ποδος, ὁ, ἡ, schnellfüßig ; ἵπποι, Eur. Bacch. 781 ; ἴχνος, Troad. 232 ; κῶλον, Bacch. 168 ; Ar. Eq. 1063 ; sp.D.
τᾰχύπους
- 1swift footed ἱστάμεναι χορὸν [ταχύ]ποδα παρθένοι Pae. 2.100
ταχύπους
τᾰχύ-πους,
- swift-footed, Eur., Ar.