ταχύπτερνος
ταχύπτερνος, swift-footed
τᾰχῠ-πτερνος, ον,
- with swift heels, swift-footed, ἵπποι Thgn. 551.
ταχύ·πτερνος, ος, ον [ᾰ] au pied (litt. au talon) agile. Thgn. 551.
Étym. τ. πτέρνα.
ταχύπτερνος, mit schneller Ferse, schnellfüßig, ἵπποι Theogn. 551.
ταχύπτερνος
τᾰχύ-πτερνος, ον,
πτέρνα
- swift-footed, Theogn.