ταχύποτμος
ταχύποτμος, short-lived
τᾰχῠ-ποτμος, ον,
- = ταχύμορος, Pi. O. 1.66; Ἀνάγκα Lyr.Alex.Adesp. 34.9, cf. IG 14.2005, Nonn. D. 48.11.
ταχύ·ποτμος, ος, ον [ᾰῠ]
1 c. ταχύμορος, Pd. O. 1, 107 ||
2 qui apporte une mort prompte, Nonn. Jo. 7, 33.
Étym. τ. πότμος.
ταχύποτμος, = ταχύμορος, von kurzem Lebenslose, bald sterbend ; ἀνέρων ἐθνος, Pind. Ol. 1.66 ; Ep.adesp. (APP 345); Nonn.
τᾰχύποτμος
- 1short lived μετὰ τὸ ταχύποτμον αὖτις ἀνέρων ἔθνος O. 1.66
ταχύποτμος
τᾰχύ-ποτμος, ον,
= ταχύμορος, Pind.