τερατούργημα
τερατούργημα, miracle
τερᾰτούργ-ημα, ατος, τό,
- miracle, Suid. s.v. Διονύσιος ὁ Ἀρεωπαγίτης.
τερατούργημα, ατος (τὸ) [ρᾰ] tour de charlatan, jonglerie, Eum.
Étym. τερατουργέω.
τερατούργημα, τό, Wundertat, Gaukelei, Sp.