τέρφος
τέρφος, skin, shell
τέρφος, εος, τό,
- = ἔρφος, στέρφος, skin, shell, Nic. Al. 268; τάπιδος Id. Th. 323; τέρφη· λέπυρα, Hsch.
τέρφος, εος-ους (τὸ) c. στέρφος, Nic. Al. 268.
τέρφος, εος, τό, auch ἔρφος u. στέρφος, Fell, Haut, Nic. Al. 268, Schale.