About Report a problem

Menu

τετραφαλαγγάρχης

τετραφαλαγγάρχης, commander of a τετραφαλαγγία

τετρᾰφᾰλαγγ-άρχης, ου, ὁ,
  • commander of a τετραφαλαγγία, EM 729.5.

Saved

Recent