τέτρομος
τέτρομος, ὁ,
- = τρόμος, Hp. ap. Gal. 19.146, A.D. Pron. 58.12, Hdn. Gr. 2.190, Hsch.; cf. τέτραμος.
τέτρομος, ου (ὁ) c. τρόμος, Dysc. Pron. p. 334a, etc.
τέτρομος, ὁ, = τρόμος, Gramm.