τετρωβολιαῖος Save LSJ Pape τετρωβολ-ιαῖος, α, ον, = τετρώβολος, Sch. Ar. Pax 253, Suid. s.v. τετρώβολον. τετρωβολιαῖος, = τετρώβολος, Suid.; vgl. Lobeck Phryn. 549.