τηθυνάκιον
τηθυνάκιον, τό, Dim. of τήθυον, Epich. 42 (τηθύνια Meineke, Kaibel; but τήθυα, κτένια (Ahrens) is prob. cj.).
τηθυνάκιον, ου (τὸ) dim. du préc. Epich. (Ath. 85c).
τηθυνάκιον, τό, wahrscheinlich dim. zu τήθυα, Epicharm. bei Ath. III.85c.