τήκω
τήκω, to melt, melt down
- I Act., melt, melt down (trans.), of metals, Hdt. 3.96, etc.; τ. πετραίαν χιόνα A. l.c.; bring clouds down in rain, Hdt. 2.25; dissolve, Pl. Ti. 60e, 84d, Gal. 13.523, etc.
- 2 metaph., dissolve, cause to waste or pine away, μὴ θυμὸν τῆκε let it not melt or pine away, Od. 19.264; τίνʼ ἀεὶ τάκεις ὧδʼ ἀκόρετον οἰμωγὰν τὸν Ἀγαμέμνονα; (i.e. τί ὧδε τήκει οἰμώζουσα τὸν Ἀγ.;) S. El. 123 (lyr.); τ. βιοτάν E. Med. 141 (anap.); σῶμα Pl. R. 609c; τ. καὶ λείβει [τὸ θυμοειδές] ib. 411b; τ. ἧπαρ Call. Aet. Oxy. 2079.8 [Fr. 1.8 Pf.]; διαφορεῖν καὶ τ. [σάρκα] carry off and reduce superfluous flesh, Gal. 6.96, cf. Vict. Att. 1; ἡ ταχεῖα κίνησις τὴν θερμασίαν ἐπὶ πλέον αὐξάνουσα τήκει τὸ σῶμα Id. 15.191; ἔρωτες τήξουσιν κραδίην AP 5.277 (Agath.).
- II Pass., with intr. pf. Act. τέτηκα, melt, be dissolved, melt away, of snow, thaw, χιὼν τηκομένη Od. 19.207; ῥέειν ἀπὸ τηκομένης χιόνος Hdt. 2.22; λευκῆς τακείσης χιόνος E. Hel. 3; ἡνίκʼ ἂν τακῇ χιών Id. Fr. 228.4; τὴν χιόνα τετηκέναι X. An. 4.5.15; of metals, ἐτήκετο κασσίτερος ὥς Hes. Th. 862; σίδηρος . . πυρὶ κηλέῳ τήκεται ib. 866; also τετηκότα (sc. κρέα) sodden flesh, E. Cyc. 246; ἄλφιτα πυρὶ τ. is consumed, Theoc. 2.18; τήκεται κοιλίη, merely, is relaxed, Hp. Aër. 7; of putrefying flesh, fall away, Pl. Ti. 82e; of a corpse, κατθανὼν ἐτήκετο S. Ant. 906; κηκὶς μηρίων ἐτήκετο ib. 1008; πυρὸς τετακότας σποδῷ E. Supp. 1141 (lyr.); εἰς τοῦτο τετηκυῖα resolved into . ., Pl. Ti. 85d; στοιχεῖα καυσούμενα τήκεται 2 Ep.Pet. 3.12; of fat, τακείσης πιμελῆς Gal. 6.192, cf. 18(2).140; of food in the digestive organs, τήκεται μὲν ἡ πρότερον ῥηθεῖσα [πτισάνη], ἡ δʼ ἑτέρα δύστηκτός ἐστι Id. 6.784.
- 2 metaph., melt or waste away, pine, κλαίουσα τέτηκα Il. 3.176; τήκετο χρώς Od. 19.204; τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης ib. 208; ἐν νούσῳ . . δηρὸν τηκόμενος 5.396; τ. νούσῳ Hdt. 3.99, cf. Theoc. 1.66, 82, etc.; Ὀδυσσεὺς τήκετο was moved to tears, Od. 8.522; κλαίω, τέτηκα S. El. 283; μὴ λίαν τάκου E. Med. 159 (lyr.); ψυχὴν ἐτήκου Id. Heracl. 645, cf. El. 208 (lyr.); ἐτάκευ βασκαίνων Theoc. 5.12; τὸ κάλλος ἐτάκετο Id. 2.83; come to naught, δόξαι . . τακόμεναι κατὰ γᾶν μινύθουσιν A. Eu. 374 (lyr.); ἐπί τινι τακείς consumed for love of . ., AP 7.31 (Diosc.), cf. Luc. DMeretr. 12.1; βλέμμα τηκόμενον a languishing look, Plu. Ant. 53. (Cf. Lat. tābes, OE. þawian ‘thaw’, Slav. tajati ‘melt’.)
1. act. met acc., causat. doen smelten, vloeibaar maken:
2. med.-pass., intrans. met
Pass. τήκομαι, aor. ἐτάκην, seltener ἐτήχθην, wie Plat. Tim. 61b, fut. τακήσομαι, intr., zerschmelzen, fließend werden, zerfließen ; Hes. Th. 862, 866 ; κηκὶς μηρίων ἐτήκετο, Soph. Ant. 995 ; verwesen, εἰ ποσις μοι κατθανὼν ἐτήκετο, 897 ; u. übertr., sich verzehren, vergehen, bes. von Krankheit, Gram oder Sehnsucht ; bei Hom. in Vrbdg mit Weinen, so daß man an die eigentliche Bdtg erinnert wird, in Tränen zerfließen u. sich abhärmen : Ὀδυσσεὺς τήκετο, δάκρυ δʼ ἔδευεν παρειάς, Od. 8.522, wie 19.204 ff. τήκετο χρώς, τήκετο καλὰ παρήϊα δακρυχεούσης mit dem Schmelzen des Schnees verglichen wird ; Sp., ὄμμα τέτηκται, Agath. 13 (V.273); vgl. Theocr. 1.66, 82, 2.18, 28 ; τηκόμενος νούσῳ, Her. 3.99 ; u. übertr., δόξαι τακόμεναι κατὰ γᾶν μινύθουσιν ἄτιμοι, Aesch. Eum. 352 ; Plat. u. Folgde ; τὰ μήτε σηπόμενα, μήτε τηκόμενα, Xen. Mem. 3.1.7. – Das perf. τέτηκα hat dieselbe intr. Bedeutung, geschmolzen sein ; κρέα τετηκότα, Eur. Cycl. 246 ; auch πῦρ τετακός, Suppl. 1146, erloschen ; übertr., κλαίουσα τέτηκα, Il. 3.126 ; κλαίω, τέτηκα, Soph. El. 275 ; Sp., τετηκὸς ἀργύριον, Pol. 11.24.11 ; übertr., τετηκυῖα ἐπὶ σοί, Luc. Meretr. Dial. 12.
Pf. τέτηκα Il. 3.176.
(κατα-)
- 1
To cause to melt, melt, dissolve.
In pass., to be melted, melt, dissolve : τηκομένης χιόνος Od. 19.207.
- 2
To cause to waste or pine away : μηδέ τι θυμὸν τῆκε Od. 19.264.
In pass., to waste or pine away : ὃς ἐν νούσῳ κεῖται τηκόμενος Od. 5.396.
So in pf. act. : κλαίουσα τέτηκα (I pine away) Il. 3.176.
To melt into tears : Ὀδυσσεὺς τήκετο Od. 8.522.
To be bedewed with tears : ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς Od. 19.204. Cf. Od. 19.208.
- 1
Strong 5080 (KJV)
trans.,
to melt, melt down; pass., to melt, melt away: II Pe 3:12.†
- IAct. to melt, melt down (trans.), of metals, Hdt., etc.: to dissipate clouds, Hdt.
- 2metaph. to cause to waste or pine away, Od., Eur.
- IIPass., with intr. perf. act. τέτηκα, to be dissolved, melt away, of snow, to thaw, Od., Hdt., Attic; of metals, Hes.; ἄλφιτα πυρὶ τ. is consumed, Theocr.; of a corpse, to fall away, Soph.; πῦρ τετακός a dead fire, Eur.
- 2metaph. to melt or waste away, pine, Hom., Hdt., Attic; βλέμμα τηκόμενον a languishing look, Plut.
-
…τοῖς φρονοῦσιν εὖ. οὐ γάρ ποτʼ οὔτʼ ἄν, εἰ τέκνων μήτηρ ἔφυν, οὔτʼ εἰ πόσις μοι κατθανὼν ἐτήκετο, βίᾳ πολιτῶν τόνδʼ ἂν ᾐρόμην πόνον. τίνος νόμου δὴ ταῦτα πρὸς χάριν λέγω ; πόσις μὲν ἄν μοι…
Sophocles, Antigone
-
…ὀλέσθαι τὰν Φρυγίαν ξέναν Ταντάλου Σιπύλῳ πρὸς ἄκρῳ, τὰν κισσὸς ὡς ἀτενὴς πετραία βλάστα δάμασεν, καί νιν ὄμβροι τακομέναν, ὡς φάτις ἀνδρῶν, χιών τʼ οὐδαμὰ λείπει, τέγγει δʼ ὑπʼ ὀφρύσι παγκλαύτοις δειράδας · ᾇ με δαίμων…
Sophocles, Antigone
-
…δὲ χρώς · ὡς δὲ χιὼν κατατήκετʼ ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν, ἥν τʼ Εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν Ζέφυρος καταχεύῃ · τηκομένης δʼ ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες · ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης, κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα παρήμενον .…
Homer, Odyssey
-
…ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς · ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος, μηκέτι νῦν χρόα καλὸν ἐναίρεο, μηδέ τι θυμὸν τῆκε, πόσιν γοόωσα. νεμεσσῶμαί γε μὲν οὐδέν · καὶ γάρ τίς τʼ ἀλλοῖον ὀδύρεται ἄνδρʼ ὀλέσασα κουρίδιον, τῷ…
Homer, Odyssey
-
…. ὡς δʼ ὅτʼ ἂν ἀσπάσιος βίοτος παίδεσσι φανήῃ πατρός, ὃς ἐν νούσῳ κεῖται κρατέρʼ ἄλγεα πάσχων, δηρὸν τηκόμενος, στυγερὸς δέ οἱ ἔχραε δαίμων, ἀσπάσιον δʼ ἄρα τόν γε θεοὶ κακότητος ἔλυσαν, ὣς Ὀδυσεῖ ἀσπαστὸν ἐείσατο…
Homer, Odyssey
-
…θάλαμον γνωτούς τε λιποῦσα παῖδά τε τηλυγέτην καὶ ὁμηλικίην ἐρατεινήν. ἀλλὰ τά γʼ οὐκ ἐγένοντο · τὸ καὶ κλαίουσα τέτηκα. τοῦτο δέ τοι ἐρέω ὅ μʼ ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς · οὗτός γʼ Ἀτρεΐδης εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων, ἀμφότερον βασιλεύς…
Homer, Iliad
-
…. μηδὲν μέγʼ ἀΰσῃς. ἀπολεῖς. πῶς ; εἰ τῶν φανερῶς οἰχομένων εἰς Ἀΐδαν ἐλπίδʼ ὑποίσεις, κατʼ ἐμοῦ τακομένας μᾶλλον ἐπεμβάσει. οἶδα γὰρ ἄνακτʼ Ἀμφιάρεων χρυσοδέτοις ἕρκεσι κρυφθέντα γυναικῶν · καὶ νῦν ὑπὸ γαίας ἒ ἔ, ἰώ…
Sophocles, Electra
-
…αἰζηῶν ἐν ἐυτρήτοις χοάνοισι θαλφθείς, ἠὲ σίδηρος, ὅ περ κρατερώτατός ἐστιν. οὔρεος ἐν βήσσῃσι δαμαζόμενος πυρὶ κηλέῳ τήκεται ἐν χθονὶ δίῃ ὑφʼ Ἡφαίστου παλάμῃσιν. ὣς ἄρα τήκετο γαῖα σέλαι πυρὸς αἰθομένοιο. ῥῖψε δέ μιν θυμῷ ἀκαχὼν…
Hesiod, Theogony
-
…ὧδʼ ἱέμεναι κρατερὸν ὄνθʼ ὅμως ἀμαυ ροῦμεν ὑφʼ αἵματος νέου. ; δόξαι τʼ ἀνδρῶν καὶ μάλʼ ὑπʼ αἰθέρι σεμναὶ τακόμεναι κατὰ γᾶν μινύθουσιν ἄτιμοι ἁμετέραις ἐφόδοις μελανείμοσιν, ὀρχη σμοῖς τʼ ἐπιφθόνοις ποδός. ; μάλα γὰρ οὖν ἁλομένα ἀνέκαθεν…
Aeschylus, Eumenides
-
…, ἥν τʼ Εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν Ζέφυρος καταχεύῃ · τηκομένης δʼ ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες · ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης, κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα, ὀφθαλμοὶ…
Homer, Odyssey