τηλαύγεια Save LSJ Bailly 2024 Pape τηλαύγ-εια, ἡ, = λαμπρότης, Hdn. Epim. 132. τηλαύγεια, ας (ἡ) c. τηλαύγησις, Hdn gr. Epim. p. 132 Boissonade. τηλαύγεια, ἡ, = τηλαύγησις, Hdn. epimer. 132.