τοτελευταῖον
το·τελευταῖον, το·τέταρτον, τοτηνίκα, το·τηνικαῦτα, c. τὸ τελευταῖον, etc.
Étym. v. τελευταῖος, etc.
τοτελευταῖον, adv., zuletzt, endlich, auch getrennt geschrieben.
τοτελευταῖον
- better written divisim τὸ τελευταῖον, etc.